Dash No. 68

Tags

Η ελαφοπαγίδα

Υπήρχε μια σπηλιά που πήγαινα, πλάι στις όχθες του βάλτου Μπάρνεϋ Χόρικ, ένα μικρό υγρό άντρο κάτω από ένα πλέγμα κλαδιών. Βρισκόταν κοντά σ’ ένα εσωτερικό ρεύμα, τον επίμονο ποταμό Γκάρβεϊ, που κροτάλιζε πάνω στα χαλίκια του. Κατέβαινα αργά και βολευόμουν σ’ αυτόν τον μυστικό χώρο, καθισμένος ώρες στο μισοσκόταδο, με σορτσάκι και ξυπόλυτα λασπωμένα πόδια. Κουλουριασμένος, με τις γάμπες μαζεμένες, τα μπράτσα διπλωμένα σαν πτερύγια πάνω στα λιγνά πλευρά μου, χωρίς άλλον ήχο εκτός από την ανάσα μου∙ χωρίς να βλέπω τίποτα εκτός από ανταύγειες ουρανού μέσα απ’ τα μπλεγμένα κλαδιά και τις ασημένιες μουτζούρες των σαλιγκαριών στα τοιχώματα από τύρφη.

Τι περίμενα; Την έκπληξη ενός κεφαλιού που θα κρυφοκοίταζε, ενός κεφαλιού κερασφόρου, το ζούληγμα από ένα πλάσμα που έρχεται ξαφνικά να με συντροφέψει καθώς καταρρέει, ριγώντας, στα γόνατά του; Είχαμε πέσει πάνω του όταν σκάβαμε την τύρφη, κι είχαμε αισθανθεί πως ήταν αλλιώτικο, κάτι που σχετιζόταν με μακρινές εποχές. Άνθρωποι του Υπουργείου είχαν κατέβει στα μέρη μας με τ’ αυτοκίνητά τους, κουβαλώντας όργανα και χάρτες, κι είχαν ανακοινώσει πως ήταν μια ελαφοπαγίδα, ένας λάκκος για τα ελάφια∙ ίσως από τις μέρες που οι Φιάννα* κυνηγούσαν τα θήραμά τους διασχίζοντας τα μεγάλα δάση;

Ακούω τα ψυχρά μεταλλικά κόρνα, ακούω το βραχνό αλύχτημα των κυνηγόσκυλων, τους ιππείς που τα καλούν. Γιατί εγώ είμαι η ελαφίνα κουλουριασμένη στο σκοτάδι, με τραχιά ανάσα, ελπίζοντας ότι δεν θα με βρουν ποτέ, ελπίζοντας να βρεθώ. Μια ψιλή βροχή αρχίζει ν’ αργοκυλά στην πλάτη μου…

JOHN MONTAGUE (1929-2016)
απόδοση: Χρύσα Φραγκιαδάκη

(Σ.τ.μ.):  Fianna: μικρές στρατιωτικές ομάδες Ιρλανδών, γνωστές από τη μεσαιωνική ιρλανδική μυθολογία.

το πρωτότυπο στα σχόλια

© CHRISSA FRAGIADAKI , D for Dashes—moonlighting in Amherstland, [2014]

 

Advertisements

Dash No. 67

Tags

 

Γραφή στην άμμο

 

Κι έτσι το προσπερνάμε_

μπουκάλι με το μπουκάλι, αδειάζουμε

ό, τι καταφέραμε ν’ αποστάξουμε·

το πνεύμα των πραγμάτων, και το δικό σου,

που θα μου κεντά τη γλώσσα

καιρό μετά την τωρινή σου αναχώρηση.

 

Απόψε κάθισα να γράψω αυτό το ποίημα

που δεν διάβασες, το γράμμα που δεν άνοιξες

και  ήπια στην υγειά σου, εσένα γλυκιά μου,

που δεν ήπιες στη δική μου.

Στις τελευταίες ειδήσεις της μέρας

έβγαζαν ένα καράβι από τον βυθό του Κρόμαρτι,

τέσσερις άντρες  δυο μήνες στον πάτο της θάλασσας.

Χιλιάδες πλοία είχαν σηκώσει άγκυρα

κι είχαν αποπλεύσει εκείνη τη μέρα· κι ένα, μόνο ένα,

βυθίστηκε αύτανδρο, λες κι έπεσε

μέσα σε μια τρύπα στον ωκεανό.

 

Δεν ισχύει για μας η γεωγραφία, δεν υπάρχει χώρα ανάμεσά μας,

άλλη από εκείνη που χαρτογραφούμε εμείς οι ίδιοι:

ένα κουβάρι από ποτάμια και μονοπάτια,

ένα αποτύπωμα  βουνών από χαρτόνι και χαρτί.

Το σημαντικό τοπίο το κουβαλάμε μέσα μας,

σαν υδρολογικό χάρτη _μια ατέρμονη

ροή κάθε πράγματος προς όλα τ’ άλλα .

Έτσι όταν, σε λίγες μόνο ώρες, ξυπνήσεις από μιαν ανάσα

που δεν είναι η δική σου, ούτε κι η δική μου,

μακάρι να συλλογιστείς την απόσταση ανάμεσά μας

μόνον έτσι όπως εμείς τη χαράξαμε,

σαν  μια γραμμή στην άμμο της ακροθαλασσιάς.

 

Κάπου εκεί έξω τούτη τη νύχτα

έχεις αδειάσει τον  αέρα και τον άφησες να στεγνώνει.

Ούτε κρωξίματα γλάρων, ούτε σειρήνες πλοίων, μόνο το νανούρισμα

της θάλασσας και το υπόλοιπο απ’ το χθεσινοβραδινό ουίσκι..

Στους κόκκους της τύρφης και των φυκιών

σε βρήκα _ στo παιχνίδισμα της γεύσης και στην οξύτητα,

στη χαρακτηριστική αψάδα∙ τις τελετουργίες όπου κάποτε

επιδιδόμαστε μόνο μαζί τις αναζήτησα μόνος.

Και, χωρίς να με νοιάζει πού βρίσκεσαι, ήπια, στη θέση τους,

σε κάθε ξεχωριστό γράμμα του ονόματός σου· κύμα

το κύμα, μέχρι που το πνεύμα συρρικνώθηκε και αμβλύνθηκε.

 

Μια κλεψύδρα γερμένη στο πλάι είναι για πάντα.

Και για κείνη, που είπε ότι η αμμουδιά ήταν εναντίον μας,

κατέβηκα στην παραλία λίγο πριν απ΄ το ξημέρωμα

κι έγραψα τα πέντε γράμματα του ονόματός της,

και περίμενα την παλίρροια που θα ερχόταν να τα σβήσει,

καθώς μια μια οι λάμπες πετρελαίου τρεμόφεγγαν στην ακτή

σαν εκατοντάδες σπίτια που ορθώνονταν, για να καταμετρηθούν.

 

MATTHEW HOLLIS (γεν. 1971)
απόδοση: Χρύσα Φραγκιαδάκη

(το πρωτότυπο στα σχόλια)

© CHRISSA FRAGIADAKI, D for Dashes—moonlighting in Amherstland, [2014]

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Dash No. 66

Tags


Θαλάσσια κοίτη

από μια εικόνα του Τζέραρντ Ντίλλον

Όταν ο αγαπημένος με
ένα φορτίο όνειρα
πλέει στην αγκαλιά μου,

τα μαλλιά του φύκια
πάνω στον σβέρκο του,
τα πλευρά του σκαρί,

ο κοραλλένιος ύφαλος
των οστών κρυμμένος
κάτω απ’ τον καρπό, ο αγκώνας,

μοιάζουν με δελτίο
θαλασσών, πιο πολύτιμα,
ευάλωτα, απ’ όλες

τις καθημερινές του υποθέσεις,
τις συνηθισμένες έγνοιες του,
και το τεντωμένο κορμί του,

που ανεβοκατεβαίνει
με κάθε μου ανάσα
και αλλαγή θέσης,

λάμπει σαν αστερίας
που άφησε πίσω η άμπωτη
σε κάποια αμμουδιά.

JOHN MONTAGUE (1929-2016)
απόδοση: Χρύσα Φραγκιαδάκη

© CHRISSA FRAGIADAKI , D for Dashes—moonlighting in Amherstland, [2014]

 

Dash No. 65

Tags

Μικρά μυστικά

Εκεί που δουλεύω
στο ύπαιθρο
έρχονται παιδιά
να μου χαρίσουν
ένα βελανίδι,
ένα κουκουνάρι –
μικρά μυστικά –

κι ένα χοντρό
σαλιγκάρι
που ξεδιπλώνεται
για να κουβαλήσει το
ελικοειδές σπίτι του
στην επιφάνεια
του τραπεζιού μου.

Μ’ ένα μολύβι
το σπρώχνω
να ξαναμπεί
μέσα, όμως
ρευστά κέρατα
ξετυλίγονται, νωπά
πλοκάμια, για να

ανιχνεύσουν
τον χώρο πριν
σύρει ξανά την
κατοικία του
προς τα μπρος
πάνω στο μοναδικό
μυώδες πόδι του

που διασχίζει κυματιστά
το υγρό του αυτό-
δημιουργούμενο μονοπάτι.
Με προσηλωμένα,
σαν ζωάκια, πρόσωπα
τα παιδιά
μάς παρακολουθούν

αλλά εκείνο δεν
θέλει τίποτε από
μένα, από τον στατικό
όλο γωνίες κόσμο
των βιβλίων, των χαρτιών –
που δεν είναι ούτε
πράσινος ούτε υγρός –

μόνο να σκαρφαλώσει
γύρω του, πάνω του,
καθώς με ανεξά-
ντλητη στίλβουσα
ενέργεια ορμάει
όσο πιο γρήγορα μπορεί
από το χείλος

προς το γρασίδι.
Κι ό,τι απομένει για μένα
είναι, ανάμεσα σε
κουκουνάρια & βελανίδια,
ο ασημένιος λεκές
της πορείας του
που σύντομα θα

σβήσει, όπως
οι αργυροί γαλαξίες,
οι φιλντισένιοι
αυτοκινητόδρομοι,
που υφαίνουν στη χλόη
κάθε πρωί
τα ακάματα σαλιγκάρια

του κόσμου
μικροσκοπικά σαν κόκκοι
ρυζιού, χοντροειδή
σαν αχηβάδες ή
τρίτωνες, κληροδο-
τώντας το κέλυφός τους
στη γη.

JOHN MONTAGUE (1929-2016)
απόδοση: Χρύσα Φραγκιαδάκη

© CHRISSA FRAGIADAKI , D for Dashes—moonlighting in Amherstland, [2014]

Parentheses (20)

CAVE IDUS MARTIAE

Brutus: “I had rather be a dog, and bay the moon,
Than such a Roman.”
                                                William  Shakespear


Θα ’πρεπε να έχει πάρει τα μέτρα της
να μην δει το ίδιο όνειρο δυο φορές.
Αλλά πώς ν’ αντισταθεί στη σαγήνη της σκιάς της
λουσμένης από την κρύα πανσέληνο
να απαγγέλλει κενούς στίχους,
σαν σκύλος που γαβγίζει υπνωτισμένος
στον ρυθμό ενός άηχου μετρονόμου;
Δεν καταδέχτηκε καν να κοιτάξει
το σημείωμα με τη διανομή των ρόλων,
λες και της ήταν αδιάφορο
ποιον απ’ τους δύο υποδύεται.

Το γεγονός ότι δεν ξύπνησε με τον ερχομό της άνοιξης
συνηγορεί, βεβαίως, υπέρ του οιωνού.
Ιδού η απόδειξη. (Τέτοιος Ρωμαίος!)

ΧΡΥΣΑ ΦΡΑΓΚΙΑΔΑΚΗ

Parentheses (19)

ΘΑΡΡΟΣ ΄Η ΑΛΗΘΕΙΑ

Στο τέρμα της αίθουσας με τις εγκυκλοπαίδειες υπάρχει μια παλιά πόρτα στο χρώμα του τοίχου, που βγάζει σ’ έναν μικροσκοπικό κήπο.

Αγριόχορτα γλείφουν τα μαυρισμένα χείλη της στέρνας και μέσα απ’ τις τριανταφυλλιές, πίσω απ’ το σπασμένο παγκάκι, ακούγεται πού και πού ένα κελάηδημα: κουίκ, κουίκ, κουίκ.

Η βιβλιοθηκάριος τον ανακάλυψε δοκιμάζοντας ένα μυστηριώδες κλειδί∙ τον φωτογράφισε με το κινητό της και είπε στον επόπτη του κτιρίου πως το κλειδί δεν ταίριαζε πουθενά.

ΧΡΥΣΑ ΦΡΑΓΚΙΑΔΑΚΗ

Dash No. 64

Tags

Γραμμή Βοήθειας

Στο τηλεφωνικό κέντρο στο τέλος του κόσμου
όλοι είναι με τα κουρέλια
των ρούχων που φόραγαν ερχόμενοι για δουλειά πριν δυο βδομάδες.

Απ’ τον δέκατο όροφο μετράμε φωτιές πέρα στο βάθος
τα καπνισμένα ερείπια των προαστίων.

Τα διαλείμματα για τσάι παρακολουθούνται αυστηρά
και υπάρχει ακόμα ίντερνετ
αλλά αρχίζουμε να βαριόμαστε τις ειδήσεις.

Κοιμόμαστε όπου βολεύεται ο καθένας _
στις σκάλες, στη μοκέτα, στις καρέκλες του κυλικείου.

Η καθυστερημένη προσέλευση δεν είναι ανεκτή
αν και στη φάση αυτοί λίγοι από μας
έχουν πια σπίτι για να πάνε.
Η ζήτηση των υπηρεσιών μας είναι μεγάλη.

Δεν ξέρω γιατί μένω ακόμα σ’ αυτή τη δουλειά
αφού ο κόσμος όπου θα μπορούσα να ξοδέψω τον καλό μισθό μου
έχει διαλυθεί–
πολιτικοί που κρύβονται
παραβιασμένα σουπερμάρκετ σε φλεγόμενους δρόμους

ίσως γιατί όλοι μου λένε
πως η φωνή μου μπορεί και να ’ναι η τελευταία που ακούνε

ίσως γιατί σχεδόν κάθε ανήσυχη γυναίκα στη γραμμή
μου θυμίζει τη μητέρα μου με τις ανησυχίες της

ή επειδή συζητάμε για βιολέτες,
για την πείνα, τη μυρωδιά της καμένης μπογιάς
αναμνήσεις από καλοκαίρια στο πάρκο.

Ο σκύλος της βγήκε έξω πριν δυο μέρες και δεν έχει γυρίσει ακόμα
Αν πέθαινα, μπορεί και να μ’ έτρωγε
λέει
μοιάζει σαν να το ’χει μετανιώσει.

Suzan Evans 
απόδοση: Χρύσα Φραγκιαδάκη

το πρωτότυπο στα σχόλια
© CHRISSA FRAGIADAKI , D for Dashes—moonlighting in Amherstland, [2014]

Parentheses (18)

ΑΝΟΙΞΙΑΤΙΚΟ ΤΟΠΙΟ (ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΑ)

Δύσκολα θα αποδέχονταν
και ο μοντερνισμός και ο μεταμοντερνισμός

ένα χωράφι κίτρινες μαργαρίτες

ως τέτοιο∙
όμως με λίγη τύχη
–αν αφεθεί φυσικά στην ησυχία του–
το χωράφι θα εξακολουθεί ν’ ανθίζει πολλούς Απριλίους μετά
τον μοντερνισμό και τον μεταμοντερνισμό ως τέτοιους.

ΧΡΥΣΑ ΦΡΑΓΚΙΑΔΑΚΗ

Dash No. 64

Tags

Το χτίσιμο του ουρανοξύστη

Ο χαλυβουργός πάνω στο δοκάρι
έμαθε να μην κοιτάζει κάτω, και κάνει τη δουλειά του
και υπάρχουν λέξεις που μάθαμε
να μην τις προσέχουμε,
να μην αναζητάμε την ουσία
κάτω απ’ αυτές. Όμως εμείς είμαστε στα πρόθυρα
του ιλίγγου.

Υπάρχουν λέξεις που δεν σημαίνουν τίποτα
όμως κάτι υπάρχει να σημάνουν.
Όχι κάποια διακήρυξη όπου υπάρχει  η αλήθεια
αλλά ένα πράγμα
που υπάρχει. Είναι δουλειά του ποιητή
«να υποφέρει τα πράγματα του κόσμου
και να μιλά γι’ αυτά, και για τον εαυτό του, ανοιχτά».

Ω, το δέντρο, που φυτρώνει στο πεζοδρόμιο–
έχει μικρή ζωούλα, πετάει
μικρά πράσινα μάτια
στην κουλτούρα των δρόμων.
Κοιτάμε πίσω
τριακόσια χρόνια κι αντικρίζουμε γυμνή γη.
Και παθαίνουμε ίλιγγο.

GEORGE OPPEN (1908-1984)
απόδοση: Χρύσα Φραγκιαδάκη

(το πρωτότυπο στα σχόλια)

© CHRISSA FRAGIADAKI , D for Dashes—moonlighting in Amherstland, [2014]

Dash No. 63

Tags

Οι μορφές της αγάπης

 

Παρκαρισμένοι στα χωράφια

Όλη τη νύχτα

Πριν από τόσα χρόνια

Είδαμε

μια λίμνη δίπλα μας

Όταν βγήκε το φεγγάρι.

Θυμάμαι

 

Να βγαίνουμε απ’ το παμπάλαιο αμάξι

Μαζί. Θυμάμαι

Να στεκόμαστε μες στα λευκά χόρτα

Πίσω του. Ψαχουλεύαμε

Τον δρόμο μας μαζί

Κατηφορίζοντας μες στο δυνατό

Απίστευτο φως

 

Αρχίζοντας ν’ αναρωτιόμαστε

Αν ήταν λίμνη

Ή ομίχλη

Αυτό που είδαμε, με τα κεφάλια μας

Να κουδουνίζουν κάτω απ’ τ’ αστέρια βαδίσαμε

Μέχρι εκεί που θα μας έβρεχε τα πόδια

 

Αν ήταν νερό.

 

GEORGE OPPEN (1908-1984)
απόδοση: Χρύσα Φραγκιαδάκη

https://www.poets.org/poetsorg/poem/forms-love

© CHRISSA FRAGIADAKI , D for Dashes—moonlighting in Amherstland, [2014]