Parentheses (22)

Η ΔΙΤΤΗ ΟΨΗ ΤΩΝ ΠΡΑΓΜΑΤΩΝ

 

«…η ταυτόχρονη παρουσία της μέρας και της νύχτας έχει τη δύναμη να εκπλήσσει και να γοητεύει. Αυτή τη δύναμη την ονομάζω ποίηση». (Réné Magritte, για τον πίνακά του “Η αυτοκρατορία του φωτός”)

 

Εσύ θα διάλεγες τη γαλάζια διαφάνεια του ουρανού

(κάνοντας ίσως παραχώρηση στα σύννεφα),

την απατηλή οικειότητα του τοπίου.

Εμένα θα με κέρδιζαν οι σκιές του νυχτερινού σπιτιού

πίσω από το απόκοσμο φως του φαναριού

κι ο φευγαλέος αντικατοπτρισμός του στο νερό.

 

Η συνύπαρξή μας θα ήταν, λοιπόν, ανέφικτη

χωρίς τη μόνη δύναμη που μπορεί να αιχμαλωτίσει

το μυστηριακό σμίξιμο της μέρας με τη νύχτα

σ’ ένα σκηνικό σαγήνης που μας χωράει και τους δύο.

 

Ναι, τη δύναμη αυτή κι εγώ την ονομάζω

Ποίηση

 

ΧΡΥΣΑ ΦΡΑΓΚΙΑΔΑΚΗ

© CHRISSA FRAGIADAKI , D for Dashes—moonlighting in Amherstland, [2014]

Advertisements

Dash No 75

Tags

Κορόνα ή γράμματα

Η βάση είναι μια επίπεδη στρογγυλή πέτρα.
Το σημάδι, μια χαρακιά στη σκόνη.
Με τη μύτη του ποδιού στη γραμμή, οι πονηροί ωθούν
το στέρνο τους προς τα εμπρός, σαν τους ερωδιού,
καθώς το πίνγκιν, μια πένα, αιωρείτα
πάνω από ιαχές και βρισιές. Μετά σιωπή
καθώς τα μάτια καρφώνονται για να δουν πόσο
μακριά έχει πάει καθένα απ’ τα δυο μπρούτζινα νομίσματα.

Ώρα για την ισοφάριση –
Ο Πάντνα Χάιλαντ στήνει το ξυλάκι,
που πάνω του ισορροπούν δυο μπρούτζινα νομίσματα.
Αυτοί οι μικροί κύκλοι εκσφενδονίζονται ψηλά,
και πέφτουν γρήγορα με φόντο το σούρουπο.
Μετά οι λαιμοί τεντώνονται, τα μάτια στρέφονται πάλι κάτω.
Κεφάλι ή κλώσα; ‘Η ιρλανδική άρπα;
(Στην άλλη μεριά των συνόρων, βρετανικό στέμμα.)

Οι φωνές μαλακώνουν στη σκοτεινιά,
ακόμα κι οι βλαστήμιες πνίγονται στο ημίφως,
καθώς αρχίζει να ψιλοβρέχει
και το ρυάκι μουρμουρίζει παραδίπλα.
Αχ, η μελαγχολία των ημερών στο Μίντλαντ!
Στο λιβάδι με τα γαϊδουράγκαθα, πέρα από
τα ασάλευτα συντρίμμια της προτεσταντικής εκκλησίας
ένα γαϊδούρι δυναμώνει το σκουριασμένο του γκάρισμα.

JOHN MONTAGUE (1929-2016)
απόδοση: Χρύσα Φραγκιαδάκη

το πρωτότυπο στα σχόλια

© CHRISSA FRAGIADAKI , D for Dashesmoonlighting in Amherstland, [2014]

 

 

Dash No. 74

Tags

May Day*

Ο σκοπός της επανάστασης είναι η εξάλειψη του φόβου – Αντόρνο.

 

Σε κάθε εξέγερση έρχεται μια στιγμή

που οι γωνιές των δρόμων μοιάζουν με πλατό και

οι διαδηλωτές αισθάνονται αμήχανοι, σαν

κομπάρσοι στο Μπεν Χουρ. Τώρα δα

 

πέρα απ’ τα οδοφράγματα, κάποιο αόρατο νεύμα

τους πάγωσε όλους επιτόπου–

εργάτες με μπλε μπουφάν, ανυποχώρητους φοιτητές,

τους αστυνομικούς που συνωστίζονται πίσω απ’ τις γυαλισμένες ασπίδες τους.

 

Θα μπορούσαμε να περάσουμε το απόγευμα σαν σωστοί αστοί,

αράζοντας στο μπαλκόνι,

πίνοντας Ερλ Γκρέι, ακούγοντας Φορέ,

όμως κάτι καταχωνιασμένο μέσα μας

 

ήθελε ν’ απελευθερωθεί· κάτι λείο και μαλακό

ήθελε να γδαρθεί, να ματώσει,

ανασύραμε λοιπόν τα ποδήλατά μας απ’ το κελάρι,

και κάναμε πετάλι προς τη Σορβόνη, φωνάζοντας

 

La lutte continue!** Ξαναμμένοι

 

από φόβο και επιθυμία, κουρελιασμένοι,

από τον άνεμο που μας μαστίγωνε, ήμαστε

ζωηροί σαν κόκκινες σημαίες. Και τώρα

κουλουριασμένοι στο πλακόστρωτο

 

περιμένοντας τον τροχό να μπει σε κίνηση,

με την καρδιά να χτυπά σαν ταμπούρλο, παρατηρούμε τα παραμικρά γνωρίσματα

του καθημερινού κόσμου –μια ξεθωριασμένη αφίσα

για τον Λεό Φερέ, τη μυρωδιά μιας εξάτμισης αυτοκινήτου,

 

ανάμεικτη με δακρυγόνα, και πώς,

παγιδευμένη στην τζαμαρία του μπιστρό,

μια μαύρη μύγα σέρνεται, μερικές φορές επίμονα,

μετά ξεσπά σε φρενιασμένη

 

κίνηση – γυρεύοντας

εκείνη την ορατή, απρόσιτη ελευθερία.***

 

CAROL VAN DER VEER HAMILTON

Από το τεύχος 166 (Καλοκαίρι 2003) του Paris Review

Απόδοση: Χρύσα Φραγκιαδάκη

 

*«Μay Day», εκτός από το προφανές «Μέρα Μαΐου», είναι επίσης και το διεθνές φωνητικό σήμα για βοήθεια, το αντίστοιχο του SOS.

** Ο αγώνας συνεχίζεται. Γαλλικά στο πρωτότυπο.

*** Πιθανή αναφορά (σε συνδυασμό ίσως και με το μότο του Αντόρνο) στην περίφημη ρήση του Βιτγκενστάιν ότι σκοπός της φιλοσοφίας είναι να δείξει στη μύγα (που είναι παγιδευμένη σε ένα μπουκάλι και βλέπει τον κόσμο μέσα από το διαφανές γυαλί αλλά δεν μπορεί να δραπετεύσει) τον δρόμο για να βγει από το μπουκάλι.

το πρωτότυπο στα σχόλια

© CHRISSA FRAGIADAKI , D for Dashes—moonlighting in Amherstland, [2014]

Dash No. 73

Tags

Η Ιεροτελεστία του Τσαγιού

Μας πηγαίνει στην κρυψώνα της, πίσω από τη μηλιά, στην τελευταία πεζούλα του κήπου μας. Προστάζοντας αυστηρά τους μικρούς της φίλους, τους οδηγεί πρώτους στη σκάλα· εμείς, ντροπαλοί γίγαντες, ανεβαίνουμε πίσω τους. Έχει στρώσει τραπέζι, μερικές σανίδες στηριγμένες σε πέτρες, και πάνω τους μια μισοσπασμένη κούκλα καθισμένη φάτσα σε ένα ζουληγμένο αρκουδάκι. Ένας ένας, μικροί και μεγάλοι, παίρνουμε τις θέσεις που μας υποδεικνύει: «λοιπόν, εσύ κάθεσαι εδώ» και «εσύ κάθεσαι εκεί». Ακολουθεί νέα σειρά διαταγών: «Αφού εγώ είμαι η Μαμά, εγώ σερβίρω το τσάι». Ένα παιδικό χέρι απλώνεται μπροστά, από κάπου βγάζει και μοιράζει πορσελάνινα φλιτζάνια τόσο λεπτεπίλεπτα που είναι αόρατα. Μετά, αρπάζει το χερούλι μιας τσαγιέρας από το πουθενά και μας σερβίρει με τη σειρά, πριν ακουμπήσει πάλι μπροστά της το συμπαγές αυτό αντικείμενο από αέρα. Να και τα σάντουιτς με τα μπισκότα. Καθένας μας παίρνει από ένα σκονισμένο κλωναράκι. «Λοιπόν, φάτε το όλο και μην γκρινιάξει κανείς γιατί θα σας μαρτυρήσω στον Μπαμπά». Δίνει στον Αρκούδο μια τρυφερή σπρωξιά που τον στέλνει φαρδύ πλατύ στο έδαφος. «Και ίσια την πλάτη: δεν καμπουριάζουμε όταν έχουμε καλεσμένους». Με επισημότητα, φέρνουμε τα φλιτζάνια στα χείλη μας, πίνοντας σιωπηλά ο ένας στην υγεία του άλλου. Μες απ’ τα κλαδιά της μηλιάς, διακρίνεται η πόλη, ένας πέπλος αιθάλης πάνω από τις αποβάθρες, η μουντή, θαμπή επιφάνεια του ποταμού Λι. Πέρα απ’ τους λοφίσκους βρίσκεται το αεροδρόμιο, και όσο εμείς πίνουμε το αόρατο, ένα αεροπλάνο ανεβαίνει, μια φλούδα ασήμι στο φως του ήλιου. Φιλτραρισμένος από τα άνθη της μηλιάς, ο ήχος του είναι μακρινός και φιλικός σαν τον βόμβο μιας μέλισσας που ψάχνει για μέλι.

JOHN MONTAGUE (1929-2016)
απόδοση: Χρύσα Φραγκιαδάκη

το πρωτότυπο στα σχόλια

© CHRISSA FRAGIADAKI , D for Dashes—moonlighting in Amherstland, [2014]

Dash No. 72

Παγωνιά τα μεσάνυχτα

H παγωνιά επιτελεί το μυστικό της έργο,
αβοήθητη απ’ τον άνεμο∙ και να! η κουκουβάγια
φωνάζει δυνατά∙ ξανά! πιο δυνατά από πρώτα.
Στο σπίτι, όλοι αναπαύονται αφήνοντάς με μόνο
στη μοναξιά που πάει μαζί με σκέψεις μπερδεμένες∙
ωστόσο έχω συντροφιά: στην κούνια εδώ κοντά μου
κοιμάται ήρεμα και βαθιά ο μικρός μου γιος.
Όλα είναι τόσο ήσυχα, που λες και διαταράσσει
η ίδια η απόλυτη σιγή τις διαδρομές της σκέψης.
Παράξενη σιγή! Βουνό, θάλασσα, δάσος και όλο
τούτο το χωριό! Βουνό, θάλασσα, δάσος
κι ο κόσμος με τις καθημερινές δοσοληψίες,
αθόρυβες σαν όνειρα! Η ισχνή γαλάζια φλόγα
σιγοκαίει στο τζάκι μου χωρίς διόλου να τρέμει∙
κι η αιθάλη που αναρριπίζεται στη σχάρα,
το μόνο πράγμα που δεν ησυχάζει απόψε,
μου φαίνεται, καθως μες στη σιωπή κινείται,
όμοια με μένα ζωντανή κι εκείνη,
και γίνεται έτσι ευχάριστη παρέα,
που κάθε της καπρίτσιο το άεργο Πνεύμα
το ερμηνεύει όπως βολεύει, καθώς ψάχνει
παντού για το είδωλο ή για την ηχώ του,
και έχει για παιχνίδι του τη Σκέψη.

…………………………………………………………..Κι όμως, συχνά,
πόσο συχνά, ευκολόπιστος, στα σχολικά μου χρόνια
ατένιζα επίμονα τη σχάρα της εστίας
γυρεύοντας σημάδια ενός απρόσμενου επισκέπτη
κι ονειρευόμουνα γλυκά με μισάνοιχτο στόμα
το γενέθλιο τόπο μου και την παλιά εκκλησία,
με τις καμπάνες , των φτωχών τη μουσική, να ηχούν
βράδυ πρωί, τις γιορτινές ημέρες, τόσο γλυκά
που με ξεσήκωναν και στοίχειωναν το νου μου
με άγρια χαρά και ο ήχος τους μες στ’ αυτιά μου
έφτανε σαν προμήνυμα όσων θ’ ακολουθούσαν!
Έτσι αποκοιμιόμουνα, καθώς οι ονειροπολήσεις,
γαλήνιες σα νανούρισμα, νέα όνειρα γεννούσαν !
Κι έτσι μελαγχολούσα το επόμενο πρωί
και τρέμοντας μπρος στ’ αυστηρό πρόσωπο του δασκάλου,
χωρίς να βλέπω, κάρφωνα τα μάτια στο βιβλίο:
εκτός και αν μισάνοιγε η πόρτα και κοιτούσα
στα κλεφτά, μα έφτανε η καρδιά μου να σκιρτήσει,
γιατί ακόμα έλπιζα να δω έναν επισκέπτη,
συγχωριανό ή συγγενή, ή την αγαπημένη
αδελφή, συντρόφισσά μου στα νηπιακά παιχνίδια.

Αγαπημένο μου μωρό, που δίπλα μου κοιμάσαι,
και μόλις που ακούγεται η απαλή σου ανάσα
μες στη βαθιά ησυχία, καθώς γεμίζει τα σκόρπια
κενά και τα προσωρινά διαλείμματα της σκέψης!
Μωρό μου τόσο όμορφο, που σκιρτά η καρδιά μου
με γλύκα και αγαλλίαση, έτσι όπως σε κοιτάζω
και σκέφτομαι ότι εσύ τόσο πολλά θα μάθεις,
σε τόσο πολλά μέρη! Γιατί εγώ μεγάλωσα
στην πόλη, φυλακισμένος μέσα σε μουντές στοές
κι άλλη ομορφιά δεν είδα από τον έναστρο ουρανό.
Μα εσύ, μωρό μου, σαν αεράκι θα περιπλανιέσαι
δίπλα σε λίμνες κι αμμουδιές, σ’ απόκρημνες χαράδρες
βουνών αρχαίων και κάτω από σύννεφα μεγάλα
που φτιάχνουν με τον όγκο τους και λίμνες κι αμμουδιές
και ορεινές χαράδρες: έτσι θα δεις τις εξαίσιες
μορφές και θ’ ακούσεις όλους τους νοητούς ήχους
της γλώσσας της αιώνιας, με την οποία μιλάει
ο Θεός σου, που απ’ την αιωνιότητα διδάσκει
Εαυτόν στα πάντα και τα πάντα στον Εαυτό του.
Ο μέγας Δάσκαλος του Κόσμου! Αυτός θα πλάσει
το πνεύμα σου και δίνοντάς του θα το κάνει να ζητά.

Έτσι, όλες οι εποχές θα είναι γλυκές για σένα,
είτε το καλοκαίρι ντύνει ολόκληρη τη γη
με πρασινάδα, είτε ο σπουργίτης κελαηδά επάνω
στο γυμνό και χιονισμένο κλωνάρι της μηλιάς
ενώ η αχυροσκεπή καπνίζει στη λιακάδα∙
είτε κυλούν οι στάλες απ’ το γείσωμα της στέγης
κι ακούγονται μονάχα όταν ο άνεμος κοπάζει,
είτε τελώντας το μυστικό της έργο η παγωνιά
τις αναρτά ψηλά σε σιωπηλούς κρυστάλλους
που λαμπυρίζουν ήσυχα στο ήσυχο φεγγάρι.

SAMUEL TAYLOR COLERIDGE (1772-1834)
απόδοση : Χρύσα Φραγκιαδάκη

το πρωτότυπο στα σχόλια

© CHRISSA FRAGIADAKI , D for Dashes—moonlighting in Amherstland, [2014]

Dash No. 71

Tags

ΑΝΤΙΓΡΑΦΕΑΣ ΣΤΟ ΔΑΣΟΣ
με τον τρόπο των Ιρλανδών του 9ου αιώνα

Τα πουλιά τραγουδούν, τα καλοκαιρινά βράδια.
Ένας θρασύς κοκκινολαίμης ζυγιάζεται στο φουντωτό κλαδί
του χορταριασμένου δέντρου του έξω απ’ το παράθυρό μου,
σφυρίζοντας στον αέρα, και ιδού
μια μαδημένη φάλαγγα από κοράκια
που κροταλίζοντας, φτεροκοπώντας πένθιμα
επαναπατρίζεται στους πιο ψηλούς κλώνους.

Τόσα χρόνια και δεν μπορώ να μεταφράσω
ούτε λέξη απ’ τα λεγόμενά τους, τα σήματα που ανταλλάσσουν.
Μακρές συνεδριάσεις πάνω στα τηλεφωνικά σύρματα:
τιτιβιστοί συναγερμοί, μελωδική μονοτονία,
νότες παραταγμένες πάνω στο πεντάγραμμο,
καθώς των ανθρώπων τα μηνύματα κυλούν ακατάπαυστα
κάτω απ’ τις αρπάγες των νυχιών τους.

JOHN MONTAGUE (1929-2016)
απόδοση: Χρύσα Φραγκιαδάκη


το πρωτότυπο στα σχόλια

© CHRISSA FRAGIADAKI , D for Dashes—moonlighting in Amherstland, [2014]

 

Dash No. 70

Tags

ΣΕΛΗΝΗ ΜΕ ΚΑΡΟΤΣΙ ΣΟΥΠΕΡΜΑΡΚΕΤ

Απ’ το στενό μου μπαλκονάκι
Που βλέπει σ’ ένα ρυάκι με κοίτη
Γεμάτη σκουπίδια εδώ και μήνες,
Σελήνη, σε βλέπω να στολίζεσαι σαν τοπ μόντελ–

Καμιά σχέση μ’ εμένα, ή με οποιοδήποτε
Απ’ τα άλλα ουράνια σώματα
Που τόσο δύσκολα διακρίνονται
Μέσ’ απ’ το υπερβολικό ανθρώπινο φως–

Μα τι στα κομμάτια είν’ αυτό το καρότσι του σουπερμάρκετ
Παρατημένο μέσα στην αφάνα,
Στις κατάξερες όχθες σου;
Άκου! Τς τς τς, ακόμα και τα τριζόνια αποδοκιμάζουν.

BEVERLEY BRIE BRAHIC
απόδοση ΧΡΥΣΑ ΦΡΑΓΚΙΑΔΑΚΗ

(το πρωτότυπο στα σχόλια)

© CHRISSA FRAGIADAKI, D for Dashes—moonlighting in Amherstland, [2014]

Parentheses (21)

DÉJÀ NON VU

 

à la mode de Marina Tsvetaeva
Μην επιμένετε, κύριε. Δεν σας γνωρίζω.
Δεν έχουμε συναντηθεί ποτέ.
(Δεν σας έχω καν ονειρευτεί – τότε θα σας θυμόμουν με κάθε λεπτομέρεια).

Δικές σας αναμνήσεις είναι όλα αυτά, όχι δικές μου,
αυτές οι μεταμεσονύχτιες συζητήσεις που μου περιγράφετε λέξη με λέξη,
για την ποίηση – που, υποτίθεται, διαχειριζόταν την αμφισημία της επιθυμίας,
και οι χειροπιαστές αποδείξεις που επικαλείστε,
εκείνο το μεταξωτό φουλάρι που δένατε με ναυτικούς κόμπους, καταχωνιασμένο στην τσέπη του παλιού παλτού μου, μπορώ να σας το δείξω,
παιδιάστικες ταχυδακτυλουργίες που δεν ξεγελάνε την ενήλικη μνήμη.
Όχι, μην επιμένετε! Δεν ήμουν εγώ (κι ούτε θα ήθελα να είμαι, κύριε,
είναι τρομακτική τόση ακρίβεια στις αναμνήσεις, τόση χειρουργική ακρίβεια∙
ούτε μια τόση δα ατέλεια στην αποκατάσταση, ούτε μια μικρή ουλή–
υπόμνηση ενός, έστω ελάχιστου, μαρτυρίου∙ τίποτα που να απωθεί
ή να απωθείται).

Σταθείτε! Όχι οι περιγραφές σας, αλλά κάτι στον τόνο της φωνής σας…
αυτή η συγκράτηση της κλίμακας, αυτό το χαμόγελο
(καλλιγραφημένο ακόμα και τώρα που σίγουρα νιώθετε πληγωμένος ),
ξυπνάνε κάτι απροσδιόριστα οικείο, όχι στο μυαλό μου, αλλά στα χέρια μου…
…ναι, ναι, τα χέρια μου θυμούνται τώρα (θαμπά, ωστόσο) τη σαρκοβόρα πείνα τους
για τα πυκνά ξανθά μαλλιά σας!

(Πώς είπατε; Eίστε μελαχρινός κι είχατε πάντα λιγοστά μαλλιά;
Kαι μόλις τώρα καταλαβαίνετε, χάρη στην τερατώδη λήθη μου,
ότι δεν σας αγάπησα ποτέ; )

Αυτό καταλαβαίνετε;
Όχι ότι η διαγραφή της μορφής σας από τη μνήμη μου
είναι η δική μου χειροπιαστή απόδειξη
απόλυτης, ανεξίτηλης αγάπης;

ΧΡΥΣΑ ΦΡΑΓΚΙΑΔΑΚΗ

Dash No. 69

Tags

Τελευταίο καταφύγιο, Νορμανδία*

«Ήταν κάποτε μια γριά
που ζούσε μέσα σ’ ένα αμπρί»·
τόσο ατημέλητη
που δεν ήξερε τι να κάνει:

καθώς αναστάτωνε τη θερινή αποικία,
το Μον Ρεπό, το Σαν Σουσί.
Ίδιο στοιχειό, μουρμούρα, βρομιάρα,
μια αλυσίδα στην πόρτα της
να αποτρέπει τους παρείσακτους,
ένα ψωραλέο λυκόσκυλο
να γρυλλίζει στους παραθεριστές,

στον στόλο των νέων εισβολέων
που, παραταγμένοι στην ακτή,
πασαλείβουν τα νωθρά τους
άκρα με διάφορες κρέμες.

Νεράιδες του καλοκαιριού
χτενίζουν βόστρυχους
πάνω σε γυμνά στήθη
όσην ώρα τα τέκνα τους
πλατσουρίζουν στα ρηχά,
γεμίζουν με κάστρα την άμμο,

κι εκείνη απλώνει
χαλαρά την μπουγάδα
πάνω στους θάμνους,
ξεφτισμένα εσώρουχα,
ένα τζιν πουκάμισο,

ενώ ο μεθυσμένος αγαπητικός της
ξεμυτίζει μισοκλείνοντας τα μάτια
και κατουρά μανιασμένα
κόντρα στον χαρμόσυνο αέρα.

JOHN MONTAGUE (1929-2016)
απόδοση: Χρύσα Φραγκιαδάκη

Ο ποιητής παίζει με τις σημασίες της λέξης resort (καταφύγιο, θέρετρο, και στην έκφραση «last resort» έσχατη λύση, τελευταία ελπίδα). 

το πρωτότυπο στα σχόλια

© CHRISSA FRAGIADAKI , D for Dashes—moonlighting in Amherstland, [2014]

Dash No. 68

Tags

Η ελαφοπαγίδα

Υπήρχε μια σπηλιά που πήγαινα, πλάι στις όχθες του βάλτου Μπάρνεϋ Χόρικ, ένα μικρό υγρό άντρο κάτω από ένα πλέγμα κλαδιών. Βρισκόταν κοντά σ’ ένα εσωτερικό ρεύμα, τον επίμονο ποταμό Γκάρβεϊ, που κροτάλιζε πάνω στα χαλίκια του. Κατέβαινα αργά και βολευόμουν σ’ αυτόν τον μυστικό χώρο, καθισμένος ώρες στο μισοσκόταδο, με σορτσάκι και ξυπόλυτα λασπωμένα πόδια. Κουλουριασμένος, με τις γάμπες μαζεμένες, τα μπράτσα διπλωμένα σαν πτερύγια πάνω στα λιγνά πλευρά μου, χωρίς άλλον ήχο εκτός από την ανάσα μου∙ χωρίς να βλέπω τίποτα εκτός από ανταύγειες ουρανού μέσα απ’ τα μπλεγμένα κλαδιά και τις ασημένιες μουτζούρες των σαλιγκαριών στα τοιχώματα από τύρφη.

Τι περίμενα; Την έκπληξη ενός κεφαλιού που θα κρυφοκοίταζε, ενός κεφαλιού κερασφόρου, το ζούληγμα από ένα πλάσμα που έρχεται ξαφνικά να με συντροφέψει καθώς καταρρέει, ριγώντας, στα γόνατά του; Είχαμε πέσει πάνω του όταν σκάβαμε την τύρφη, κι είχαμε αισθανθεί πως ήταν αλλιώτικο, κάτι που σχετιζόταν με μακρινές εποχές. Άνθρωποι του Υπουργείου είχαν κατέβει στα μέρη μας με τ’ αυτοκίνητά τους, κουβαλώντας όργανα και χάρτες, κι είχαν ανακοινώσει πως ήταν μια ελαφοπαγίδα, ένας λάκκος για τα ελάφια∙ ίσως από τις μέρες που οι Φιάννα* κυνηγούσαν τα θήραμά τους διασχίζοντας τα μεγάλα δάση;

Ακούω τα ψυχρά μεταλλικά κόρνα, ακούω το βραχνό αλύχτημα των κυνηγόσκυλων, τους ιππείς που τα καλούν. Γιατί εγώ είμαι η ελαφίνα κουλουριασμένη στο σκοτάδι, με τραχιά ανάσα, ελπίζοντας ότι δεν θα με βρουν ποτέ, ελπίζοντας να βρεθώ. Μια ψιλή βροχή αρχίζει ν’ αργοκυλά στην πλάτη μου…

JOHN MONTAGUE (1929-2016)
απόδοση: Χρύσα Φραγκιαδάκη

(Σ.τ.μ.):  Fianna: μικρές στρατιωτικές ομάδες Ιρλανδών, γνωστές από τη μεσαιωνική ιρλανδική μυθολογία.

το πρωτότυπο στα σχόλια

© CHRISSA FRAGIADAKI , D for Dashes—moonlighting in Amherstland, [2014]