Dash No. 71

Tags

ΑΝΤΙΓΡΑΦΕΑΣ ΣΤΟ ΔΑΣΟΣ
με τον τρόπο των Ιρλανδών του 9ου αιώνα

Τα πουλιά τραγουδούν, τα καλοκαιρινά βράδια.
Ένας θρασύς κοκκινολαίμης ζυγιάζεται στο φουντωτό κλαδί
του χορταριασμένου δέντρου του έξω απ’ το παράθυρό μου,
σφυρίζοντας στον αέρα, και ιδού
μια μαδημένη φάλαγγα από κοράκια
που κροταλίζοντας, φτεροκοπώντας πένθιμα
επαναπατρίζεται στους πιο ψηλούς κλώνους.

Τόσα χρόνια και δεν μπορώ να μεταφράσω
ούτε λέξη απ’ τα λεγόμενά τους, τα σήματα που ανταλλάσσουν.
Μακρές συνεδριάσεις πάνω στα τηλεφωνικά σύρματα:
τιτιβιστοί συναγερμοί, μελωδική μονοτονία,
νότες παραταγμένες πάνω στο πεντάγραμμο,
καθώς των ανθρώπων τα μηνύματα κυλούν ακατάπαυστα
κάτω απ’ τις αρπάγες των νυχιών τους.

JOHN MONTAGUE (1929-2016)
απόδοση: Χρύσα Φραγκιαδάκη


το πρωτότυπο στα σχόλια

© CHRISSA FRAGIADAKI , D for Dashes—moonlighting in Amherstland, [2014]

 

Advertisements

Dash No. 70

Tags

ΣΕΛΗΝΗ ΜΕ ΚΑΡΟΤΣΙ ΣΟΥΠΕΡΜΑΡΚΕΤ

Απ’ το στενό μου μπαλκονάκι
Που βλέπει σ’ ένα ρυάκι με κοίτη
Γεμάτη σκουπίδια εδώ και μήνες,
Σελήνη, σε βλέπω να στολίζεσαι σαν τοπ μόντελ–

Καμιά σχέση μ’ εμένα, ή με οποιοδήποτε
Απ’ τα άλλα ουράνια σώματα
Που τόσο δύσκολα διακρίνονται
Μέσ’ απ’ το υπερβολικό ανθρώπινο φως–

Μα τι στα κομμάτια είν’ αυτό το καρότσι του σουπερμάρκετ
Παρατημένο μέσα στην αφάνα,
Στις κατάξερες όχθες σου;
Άκου! Τς τς τς, ακόμα και τα τριζόνια αποδοκιμάζουν.

BEVERLEY BRIE BRAHIC
απόδοση ΧΡΥΣΑ ΦΡΑΓΚΙΑΔΑΚΗ

(το πρωτότυπο στα σχόλια)

© CHRISSA FRAGIADAKI, D for Dashes—moonlighting in Amherstland, [2014]

Parentheses (21)

DÉJÀ NON VU

à la mode de Marina

 
Μην επιμένετε, κύριε. Δεν σας γνωρίζω.
Δεν έχουμε συναντηθεί ποτέ.
(Δεν σας έχω καν ονειρευτεί – τότε θα σας θυμόμουν με κάθε λεπτομέρεια).

Δικές σας αναμνήσεις είναι όλα αυτά, όχι δικές μου,
αυτές οι μεταμεσονύχτιες συζητήσεις που μου περιγράφετε λέξη με λέξη,
για την ποίηση – που, υποτίθεται, διαχειριζόταν την αμφισημία της επιθυμίας,
και οι χειροπιαστές αποδείξεις που επικαλείστε,
εκείνο το μεταξωτό φουλάρι που δένατε με ναυτικούς κόμπους, καταχωνιασμένο στην τσέπη του παλιού παλτού μου, μπορώ να σας το δείξω,
παιδιάστικες ταχυδακτυλουργίες που δεν ξεγελάνε την ενήλικη μνήμη.
Όχι, μην επιμένετε! Δεν ήμουν εγώ (κι ούτε θα ήθελα να είμαι, κύριε,
είναι τρομακτική τόση ακρίβεια στις αναμνήσεις, τόση χειρουργική ακρίβεια∙
ούτε μια τόση δα ατέλεια στην αποκατάσταση, ούτε μια μικρή ουλή–
υπόμνηση ενός, έστω ελάχιστου, μαρτυρίου∙ τίποτα που να απωθεί
ή να απωθείται).

Σταθείτε! Όχι οι περιγραφές σας, αλλά κάτι στον τόνο της φωνής σας…
αυτή η συγκράτηση της κλίμακας, αυτό το χαμόγελο
(καλλιγραφημένο ακόμα και τώρα που σίγουρα νιώθετε πληγωμένος ),
ξυπνάνε κάτι απροσδιόριστα οικείο, όχι στο μυαλό μου, αλλά στα χέρια μου…
…ναι, ναι, τα χέρια μου θυμούνται τώρα (θαμπά, ωστόσο) τη σαρκοβόρα πείνα τους
για τα πυκνά ξανθά μαλλιά σας!

(Πώς είπατε; Eίστε μελαχρινός κι είχατε πάντα λιγοστά μαλλιά;
Kαι μόλις τώρα καταλαβαίνετε, χάρη στην τερατώδη λήθη μου,
ότι δεν σας αγάπησα ποτέ; )

Αυτό καταλαβαίνετε;
Όχι ότι η διαγραφή της μορφής σας από τη μνήμη μου
είναι η δική μου χειροπιαστή απόδειξη
απόλυτης, ανεξίτηλης αγάπης;

ΧΡΥΣΑ ΦΡΑΓΚΙΑΔΑΚΗ

Dash No. 69

Tags

Τελευταίο καταφύγιο, Νορμανδία*

«Ήταν κάποτε μια γριά
που ζούσε μέσα σ’ ένα αμπρί»·
τόσο ατημέλητη
που δεν ήξερε τι να κάνει:

καθώς αναστάτωνε τη θερινή αποικία,
το Μον Ρεπό, το Σαν Σουσί.
Ίδιο στοιχειό, μουρμούρα, βρομιάρα,
μια αλυσίδα στην πόρτα της
να αποτρέπει τους παρείσακτους,
ένα ψωραλέο λυκόσκυλο
να γρυλλίζει στους παραθεριστές,

στον στόλο των νέων εισβολέων
που, παραταγμένοι στην ακτή,
πασαλείβουν τα νωθρά τους
άκρα με διάφορες κρέμες.

Νεράιδες του καλοκαιριού
χτενίζουν βόστρυχους
πάνω σε γυμνά στήθη
όσην ώρα τα τέκνα τους
πλατσουρίζουν στα ρηχά,
γεμίζουν με κάστρα την άμμο,

κι εκείνη απλώνει
χαλαρά την μπουγάδα
πάνω στους θάμνους,
ξεφτισμένα εσώρουχα,
ένα τζιν πουκάμισο,

ενώ ο μεθυσμένος αγαπητικός της
ξεμυτίζει μισοκλείνοντας τα μάτια
και κατουρά μανιασμένα
κόντρα στον χαρμόσυνο αέρα.

JOHN MONTAGUE (1929-2016)
απόδοση: Χρύσα Φραγκιαδάκη

Ο ποιητής παίζει με τις σημασίες της λέξης resort (καταφύγιο, θέρετρο, και στην έκφραση «last resort» έσχατη λύση, τελευταία ελπίδα). 

το πρωτότυπο στα σχόλια

© CHRISSA FRAGIADAKI , D for Dashes—moonlighting in Amherstland, [2014]

Dash No. 68

Tags

Η ελαφοπαγίδα

Υπήρχε μια σπηλιά που πήγαινα, πλάι στις όχθες του βάλτου Μπάρνεϋ Χόρικ, ένα μικρό υγρό άντρο κάτω από ένα πλέγμα κλαδιών. Βρισκόταν κοντά σ’ ένα εσωτερικό ρεύμα, τον επίμονο ποταμό Γκάρβεϊ, που κροτάλιζε πάνω στα χαλίκια του. Κατέβαινα αργά και βολευόμουν σ’ αυτόν τον μυστικό χώρο, καθισμένος ώρες στο μισοσκόταδο, με σορτσάκι και ξυπόλυτα λασπωμένα πόδια. Κουλουριασμένος, με τις γάμπες μαζεμένες, τα μπράτσα διπλωμένα σαν πτερύγια πάνω στα λιγνά πλευρά μου, χωρίς άλλον ήχο εκτός από την ανάσα μου∙ χωρίς να βλέπω τίποτα εκτός από ανταύγειες ουρανού μέσα απ’ τα μπλεγμένα κλαδιά και τις ασημένιες μουτζούρες των σαλιγκαριών στα τοιχώματα από τύρφη.

Τι περίμενα; Την έκπληξη ενός κεφαλιού που θα κρυφοκοίταζε, ενός κεφαλιού κερασφόρου, το ζούληγμα από ένα πλάσμα που έρχεται ξαφνικά να με συντροφέψει καθώς καταρρέει, ριγώντας, στα γόνατά του; Είχαμε πέσει πάνω του όταν σκάβαμε την τύρφη, κι είχαμε αισθανθεί πως ήταν αλλιώτικο, κάτι που σχετιζόταν με μακρινές εποχές. Άνθρωποι του Υπουργείου είχαν κατέβει στα μέρη μας με τ’ αυτοκίνητά τους, κουβαλώντας όργανα και χάρτες, κι είχαν ανακοινώσει πως ήταν μια ελαφοπαγίδα, ένας λάκκος για τα ελάφια∙ ίσως από τις μέρες που οι Φιάννα* κυνηγούσαν τα θήραμά τους διασχίζοντας τα μεγάλα δάση;

Ακούω τα ψυχρά μεταλλικά κόρνα, ακούω το βραχνό αλύχτημα των κυνηγόσκυλων, τους ιππείς που τα καλούν. Γιατί εγώ είμαι η ελαφίνα κουλουριασμένη στο σκοτάδι, με τραχιά ανάσα, ελπίζοντας ότι δεν θα με βρουν ποτέ, ελπίζοντας να βρεθώ. Μια ψιλή βροχή αρχίζει ν’ αργοκυλά στην πλάτη μου…

JOHN MONTAGUE (1929-2016)
απόδοση: Χρύσα Φραγκιαδάκη

(Σ.τ.μ.):  Fianna: μικρές στρατιωτικές ομάδες Ιρλανδών, γνωστές από τη μεσαιωνική ιρλανδική μυθολογία.

το πρωτότυπο στα σχόλια

© CHRISSA FRAGIADAKI , D for Dashes—moonlighting in Amherstland, [2014]

 

Dash No. 67

Tags

 

Γραφή στην άμμο

 

Κι έτσι το προσπερνάμε_

μπουκάλι με το μπουκάλι, αδειάζουμε

ό, τι καταφέραμε ν’ αποστάξουμε·

το πνεύμα των πραγμάτων, και το δικό σου,

που θα μου κεντά τη γλώσσα

καιρό μετά την τωρινή σου αναχώρηση.

 

Απόψε κάθισα να γράψω αυτό το ποίημα

που δεν διάβασες, το γράμμα που δεν άνοιξες

και  ήπια στην υγειά σου, εσένα γλυκιά μου,

που δεν ήπιες στη δική μου.

Στις τελευταίες ειδήσεις της μέρας

έβγαζαν ένα καράβι από τον βυθό του Κρόμαρτι,

τέσσερις άντρες  δυο μήνες στον πάτο της θάλασσας.

Χιλιάδες πλοία είχαν σηκώσει άγκυρα

κι είχαν αποπλεύσει εκείνη τη μέρα· κι ένα, μόνο ένα,

βυθίστηκε αύτανδρο, λες κι έπεσε

μέσα σε μια τρύπα στον ωκεανό.

 

Δεν ισχύει για μας η γεωγραφία, δεν υπάρχει χώρα ανάμεσά μας,

άλλη από εκείνη που χαρτογραφούμε εμείς οι ίδιοι:

ένα κουβάρι από ποτάμια και μονοπάτια,

ένα αποτύπωμα  βουνών από χαρτόνι και χαρτί.

Το σημαντικό τοπίο το κουβαλάμε μέσα μας,

σαν υδρολογικό χάρτη _μια ατέρμονη

ροή κάθε πράγματος προς όλα τ’ άλλα .

Έτσι όταν, σε λίγες μόνο ώρες, ξυπνήσεις από μιαν ανάσα

που δεν είναι η δική σου, ούτε κι η δική μου,

μακάρι να συλλογιστείς την απόσταση ανάμεσά μας

μόνον έτσι όπως εμείς τη χαράξαμε,

σαν  μια γραμμή στην άμμο της ακροθαλασσιάς.

 

Κάπου εκεί έξω τούτη τη νύχτα

έχεις αδειάσει τον  αέρα και τον άφησες να στεγνώνει.

Ούτε κρωξίματα γλάρων, ούτε σειρήνες πλοίων, μόνο το νανούρισμα

της θάλασσας και το υπόλοιπο απ’ το χθεσινοβραδινό ουίσκι..

Στους κόκκους της τύρφης και των φυκιών

σε βρήκα _ στo παιχνίδισμα της γεύσης και στην οξύτητα,

στη χαρακτηριστική αψάδα∙ τις τελετουργίες όπου κάποτε

επιδιδόμαστε μόνο μαζί τις αναζήτησα μόνος.

Και, χωρίς να με νοιάζει πού βρίσκεσαι, ήπια, στη θέση τους,

σε κάθε ξεχωριστό γράμμα του ονόματός σου· κύμα

το κύμα, μέχρι που το πνεύμα συρρικνώθηκε και αμβλύνθηκε.

 

Μια κλεψύδρα γερμένη στο πλάι είναι για πάντα.

Και για κείνη, που είπε ότι η αμμουδιά ήταν εναντίον μας,

κατέβηκα στην παραλία λίγο πριν απ΄ το ξημέρωμα

κι έγραψα τα πέντε γράμματα του ονόματός της,

και περίμενα την παλίρροια που θα ερχόταν να τα σβήσει,

καθώς μια μια οι λάμπες πετρελαίου τρεμόφεγγαν στην ακτή

σαν εκατοντάδες σπίτια που ορθώνονταν, για να καταμετρηθούν.

 

MATTHEW HOLLIS (γεν. 1971)
απόδοση: Χρύσα Φραγκιαδάκη

(το πρωτότυπο στα σχόλια)

© CHRISSA FRAGIADAKI, D for Dashes—moonlighting in Amherstland, [2014]

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Dash No. 66

Tags


Θαλάσσια κοίτη

από μια εικόνα του Τζέραρντ Ντίλλον

Όταν ο αγαπημένος με
ένα φορτίο όνειρα
πλέει στην αγκαλιά μου,

τα μαλλιά του φύκια
πάνω στον σβέρκο του,
τα πλευρά του σκαρί,

ο κοραλλένιος ύφαλος
των οστών κρυμμένος
κάτω απ’ τον καρπό, ο αγκώνας,

μοιάζουν με δελτίο
θαλασσών, πιο πολύτιμα,
ευάλωτα, απ’ όλες

τις καθημερινές του υποθέσεις,
τις συνηθισμένες έγνοιες του,
και το τεντωμένο κορμί του,

που ανεβοκατεβαίνει
με κάθε μου ανάσα
και αλλαγή θέσης,

λάμπει σαν αστερίας
που άφησε πίσω η άμπωτη
σε κάποια αμμουδιά.

JOHN MONTAGUE (1929-2016)
απόδοση: Χρύσα Φραγκιαδάκη

© CHRISSA FRAGIADAKI , D for Dashes—moonlighting in Amherstland, [2014]

 

Dash No. 65

Tags

Μικρά μυστικά

Εκεί που δουλεύω
στο ύπαιθρο
έρχονται παιδιά
να μου χαρίσουν
ένα βελανίδι,
ένα κουκουνάρι –
μικρά μυστικά –

κι ένα χοντρό
σαλιγκάρι
που ξεδιπλώνεται
για να κουβαλήσει το
ελικοειδές σπίτι του
στην επιφάνεια
του τραπεζιού μου.

Μ’ ένα μολύβι
το σπρώχνω
να ξαναμπεί
μέσα, όμως
ρευστά κέρατα
ξετυλίγονται, νωπά
πλοκάμια, για να

ανιχνεύσουν
τον χώρο πριν
σύρει ξανά την
κατοικία του
προς τα μπρος
πάνω στο μοναδικό
μυώδες πόδι του

που διασχίζει κυματιστά
το υγρό του αυτό-
δημιουργούμενο μονοπάτι.
Με προσηλωμένα,
σαν ζωάκια, πρόσωπα
τα παιδιά
μάς παρακολουθούν

αλλά εκείνο δεν
θέλει τίποτε από
μένα, από τον στατικό
όλο γωνίες κόσμο
των βιβλίων, των χαρτιών –
που δεν είναι ούτε
πράσινος ούτε υγρός –

μόνο να σκαρφαλώσει
γύρω του, πάνω του,
καθώς με ανεξά-
ντλητη στίλβουσα
ενέργεια ορμάει
όσο πιο γρήγορα μπορεί
από το χείλος

προς το γρασίδι.
Κι ό,τι απομένει για μένα
είναι, ανάμεσα σε
κουκουνάρια & βελανίδια,
ο ασημένιος λεκές
της πορείας του
που σύντομα θα

σβήσει, όπως
οι αργυροί γαλαξίες,
οι φιλντισένιοι
αυτοκινητόδρομοι,
που υφαίνουν στη χλόη
κάθε πρωί
τα ακάματα σαλιγκάρια

του κόσμου
μικροσκοπικά σαν κόκκοι
ρυζιού, χοντροειδή
σαν αχηβάδες ή
τρίτωνες, κληροδο-
τώντας το κέλυφός τους
στη γη.

JOHN MONTAGUE (1929-2016)
απόδοση: Χρύσα Φραγκιαδάκη

© CHRISSA FRAGIADAKI , D for Dashes—moonlighting in Amherstland, [2014]

Parentheses (20)

CAVE IDUS MARTIAE

Brutus: “I had rather be a dog, and bay the moon,
Than such a Roman.”
                                                William  Shakespear


Θα ’πρεπε να έχει πάρει τα μέτρα της
να μην δει το ίδιο όνειρο δυο φορές.
Αλλά πώς ν’ αντισταθεί στη σαγήνη της σκιάς της
λουσμένης από την κρύα πανσέληνο
να απαγγέλλει κενούς στίχους,
σαν σκύλος που γαβγίζει υπνωτισμένος
στον ρυθμό ενός άηχου μετρονόμου;
Δεν καταδέχτηκε καν να κοιτάξει
το σημείωμα με τη διανομή των ρόλων,
λες και της ήταν αδιάφορο
ποιον απ’ τους δύο υποδύεται.

Το γεγονός ότι δεν ξύπνησε με τον ερχομό της άνοιξης
συνηγορεί, βεβαίως, υπέρ του οιωνού.
Ιδού η απόδειξη. (Τέτοιος Ρωμαίος!)

ΧΡΥΣΑ ΦΡΑΓΚΙΑΔΑΚΗ

Parentheses (19)

ΘΑΡΡΟΣ ΄Η ΑΛΗΘΕΙΑ

Στο τέρμα της αίθουσας με τις εγκυκλοπαίδειες υπάρχει μια παλιά πόρτα στο χρώμα του τοίχου, που βγάζει σ’ έναν μικροσκοπικό κήπο.

Αγριόχορτα γλείφουν τα μαυρισμένα χείλη της στέρνας και μέσα απ’ τις τριανταφυλλιές, πίσω απ’ το σπασμένο παγκάκι, ακούγεται πού και πού ένα κελάηδημα: κουίκ, κουίκ, κουίκ.

Η βιβλιοθηκάριος τον ανακάλυψε δοκιμάζοντας ένα μυστηριώδες κλειδί∙ τον φωτογράφισε με το κινητό της και είπε στον επόπτη του κτιρίου πως το κλειδί δεν ταίριαζε πουθενά.

ΧΡΥΣΑ ΦΡΑΓΚΙΑΔΑΚΗ