Tags

, ,

[Η μετάφραση αυτή, καθώς και το κείμενο που ακολουθεί, δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό ΠΟΙΗΤΙΚΗ, τεύχος 7, Άνοιξη-Καλοκαίρι 2011, με τον τίτλο Δική του – με το Δικαίωμα της Λευκής Επιλογής.]

 

Γδύνοντας την Έμιλυ Ντίκινσον

 

Πρώτα, η τούλινη πελερίνα,

που τραβήχτηκε εύκολα απ’ τους ώμους της κι αφέθηκε

στην πλάτη της ξύλινης καρέκλας.

 

Και το μπονέ της,

που ο φιόγκος του λύθηκε μ’ ένα ελαφρό τράβηγμα.

 

Ύστερα, το μακρύ λευκό φόρεμα, πιο

περίπλοκη υπόθεση με τα φιλντισένια

κουμπιά κατά μήκος της πλάτης,

τόσο μικροσκοπικά και πολυάριθμα που περνάει μια ζωή

μέχρι να καταφέρουν τα χέρια μου να το ανοίξουν,

σαν τον κολυμβητή που σχίζει το νερό,

και να γλιστρήσουν μέσα.

 

Θα θέλετε να ξέρετε

ότι εκείνη στεκόταν

δίπλα στο ανοιχτό παράθυρο της επάνω κρεβατοκάμαρας,

ακίνητη, με κάπως γουρλωμένα μάτια,

κοιτώντας κάτω προς τον κήπο,

με το λευκό φόρεμα στα πόδια της σαν λιμνούλα

στο δρύινο πάτωμα με τις φαρδιές σανίδες.

 

Την πολυπλοκότητα των γυναικείων εσωρούχων

στην Αμερική του δέκατου ένατου αιώνα

δεν πρέπει να την προσπερνάς∙

κι εγώ προχωρούσα σαν εξερευνητής των πόλων

ανάμεσα σε καρφίτσες, αγκράφες και πόρπες,

δεσίματα, τιράντες και κορσέδες με μπανέλες,

αρμενίζοντας προς το παγόβουνο της γύμνιας της.

 

Αργότερα, έγραψα σ’ ένα τετράδιο

πως ήταν σαν να ίππευα έναν κύκνο μες στη νύχτα,

αλλά, βεβαίως, δεν μπορώ να σας τα πω όλα_

με ποιον τρόπο πήρε τα μάτια απ’ τον κήπο,

πώς χύθηκαν τα μαλλιά της ελεύθερα απ’ τα τσιμπιδάκια,

ότι υπήρχαν ξαφνικές παύλες

όσες φορές μιλούσαμε.

Αυτό που μπορώ να σας πω είναι

πως είχε φοβερή ησυχία στο Άμχερστ

εκείνο το απόγεμα του Σαββάτου,

μονάχα μια άμαξα περνούσε έξω απ’ το σπίτι

και μια μύγα βούιζε στο τζάμι.

 

Έτσι την άκουσα ολοκάθαρα ν’ ανασαίνει

όταν ξεκούμπωσα και την τελευταία

κόπιτσα του κορσέ της,

 

την άκουσα και ν’ αναστενάζει όταν τελικά τον ξέσφιξα,

όπως αναστενάζουν μερικοί αναγνώστες όταν αντιλαμβάνονται

ότι η Ελπίδα έχει φτερά,

η Λογική είναι μια σανίδα,

η Ζωή είναι ένα γεμάτο όπλο

που σε κοιτάζει κατάφατσα με κίτρινο μάτι.

 

BILLY COLLINS (1941-)
απόδοση: Χρύσα Φραγκιαδάκη

http://wonderingminstrels.blogspot.gr/2003/01/taking-off-emily-dickinson-clothes.html

 —–▪—–

Δική του –με το Δικαίωμα της Λευκής Επιλογής
(με αφορμή το ποίημα του Billy “Collins Taking off Emily Dickinson’s clothes”)


Η Emily Dickinson, το σημαντικότερο μυαλό που εμφανίστηκε ανάμεσα στους δυτικούς ποιητές τους τελευταίους περίπου τέσσερις αιώνες κατά τον Harold Bloom, δεν είχε δημοσιεύει όσο ζούσε παρά επτά ποιήματα –και μάλιστα ανώνυμα. Πεθαίνοντας σε ηλικία 54 ετών, το 1886, άφησε στους οικείους της έναν απρόσμενο και εν πολλοίς ανεκτίμητο ποιητικό θησαυρό (περίπου 900 ποιήματα ταξινομημένα σε 60 «τετράδια» και ένα χάος από άλλα τόσα, ημιτελή ή ανεπεξέργαστα, γραμμένα με μολύβι σε κάθε είδους χαρτί και απόκομμα) –και το αίνιγμα της ζωής της, για να το διαχειριστούν… εν λευκώ.

Πραγματικά, η αποτραβηγμένη, περίκλειστη ζωή της πυροδότησε τη φαντασία των μελλοντικών αναγνωστών της σχεδόν εξίσου έντονα με τη ρηξικέλευθη, ανανεωτική και από κάθε άποψη μοναδική ποίησή της, η οποία βρήκε τον δρόμο της έκδοσης ύστερα από διάφορες περιπέτειες αποδοχής, «αναδοχής» και «επιμέλειας» (βλέπε «κανονιστικές» επεμβάσεις). Η εικόνα-κλισέ με την οποία ταυτίστηκε η Έμιλυ Ντίκινσον είναι αυτή της μονίμως λευκοντυμένης μοναχικής φιγούρας που έζησε κλεισμένη στο πατρικό της σπίτι στο Άμχερστ της Μασαχουσέτης, επικοινωνώντας σχεδόν μόνο με την αδερφή της Lavinia, τον αδερφό της Austin και τη νύφη της, Suzan Gilbert-Dickinson (η οποία φέρεται ως επιστήθια φίλη, προνομιακή πρωταναγνώστρια και μοναδική κριτικός του έργου της), το υπηρετικό προσωπικό _και διατηρώντας σποραδική αλληλογραφία με τον Thomas Wentworth Higginson, τον δοκιμιογράφο και κριτικό ο οποίος δεν βρήκε την τόλμη, όσο εκείνη ήταν εν ζωή, να υπερβεί τα παραδοσιακά, συντηρητικά λογοτεχνικά κριτήρια της εποχής και να την ενθαρρύνει ηθικά και πρακτικά στην έκδοση των ποιημάτων της.

Ωστόσο, ο βασικός μύθος αναπαράχθηκε σε δύο τουλάχιστον εκδοχές, που σχετίζονται τόσο με το πρόσωπο που ανέλαβε τελικά την ευθύνη της επιμέλειας και έκδοσης του έργου της, τη Mabel Loomis Todd, σύζυγο ενός καθηγητή στο Amherst College, όσο και με καλά κρυμμένα οικογενειακά μυστικά: θεωρείται κοινό μυστικό ότι η Mέιμπελ υπήρξε για πολλά χρόνια ερωμένη του Ώστιν – ο γάμος του οποίου με τη Σούζαν μάλλον δεν εκπλήρωνε όλες τις προϋποθέσεις της ευτυχίας– και ως εκ τούτου διαρκής πηγή τριβών στη ζωή της οικογένειας, μιας ζωής που ενδέχεται η ευαίσθητη Έμιλυ να τη βίωσε ως «γεμάτο όπλο», σύμφωνα με τον πασίγνωστο στίχο της. Από την πλευρά των Ντίκινσον, ευνοήθηκε η εικόνα μιας συγκινητικής, υπερευαίσθητης γυναίκας η οποία, πληγωμένη πιθανώς από τον ανεκπλήρωτο έρωτά της για έναν άντρα τον οποίο δεν μπορούσε να έχει, έζησε μοναχικά και αποτραβηγμένα, βρίσκοντας παρηγοριά στην καθημερινή οικογενειακή ζωή και στο γράψιμο. Από την πλευρά των συγγενών της Μέιμπελ, φαίνεται ότι ευνοήθηκε η εκδοχή ότι η ποιήτρια οδηγήθηκε στην απομόνωση εξαιτίας της απογοήτευσης, επειδή δεν μπορούσε να εκδώσει την ποίησή της, και της βαθμιαίας αποξένωσής της από τη Σούζαν, η οποία έπαψε να τη στηρίζει θεωρώντας την ανίκανη γι΄ αυτό. Στο παρασκήνιο, για το εκρηκτικά διευρυνόμενο αναγνωστικό κοινό της «έπαιξαν» όλα τα πιθανά σενάρια σχετικά με τις αιτίες της απομόνωσής της, καθώς και σχετικά με τη σεξουαλικότητά της: γράφτηκε ότι ήταν λεσβία (με την υπόνοια ομοφυλοφιλικής σχέσης με τη Σούζαν), ότι παρέμεινε ανέραστη σε ολόκληρη τη ζωή της, ότι ήταν αγοραφοβική σε βαθμό υστερίας και, τέλος, μια νεότερη εκδοχή, την οποία υποστηρίζει η συγγραφέας Lyndall Gordon στο βιβλίο της Lives like Loaded Guns , Vicking Press (New York, 2010), τη θέλει να πάσχει από κάποια μορφή επιληψίας που την εμπόδιζε να έχει κανονική ζωή, για τον επιπρόσθετο λόγο ότι μια τέτοια πάθηση αποτελούσε στίγμα για την κλειστή βικτωριανή κοινωνία του Άμχερστ του 19ου αιώνα.

Ο Billy Collins, δαφνοστεφής ποιητής της Αμερικής και καθηγητής της αγγλικής γλώσσας στο Lehman College του City University of New York με πλούσιο ακαδημαϊκό έργο, επιχειρεί μια δική του, πρωτότυπη προσέγγιση στην προσωπικότητα και στη ζωή της Έμιλυ Ντίκινσον, στο πλαίσιο της ποιητικής συνομιλίας με την αγαπημένη του ομότεχνη (εκτός του ότι διδάσκει την ποίησή της, έχει γράψει την Εισαγωγή στην έκδοση Μodern Library Collection of Emily Dickinson’s Poems). Ο ίδιος εξηγεί ότι, αν και θεωρεί ότι όλη αυτή η βιογραφική περιέργεια δεν θα υπήρχε χωρίς τα ίδια της τα ποιήματα, που είναι αυτάρκη από μόνα τους και τα εξηγούν όλα, όλες αυτές οι εικασίες και η αμείωτη περιέργεια του κοινού τον οδήγησαν να γράψει ένα ποίημα με τίτλο Taking off Emily Dickinson’s clothes, όπου «με κάπως παιγνιώδη τρόπο, προσπάθησε βάλει τα πράγματα σε μια τάξη… κάνοντας έρωτα μαζί της»! Πέραν του γαργαλιστικού τίτλου και του ευφυούς ευρήματος, που ωστόσο του κόστισε κάμποση «κριτική» από τους φεμινιστικούς ακαδημαϊκούς κύκλους, ο Κόλλινς καταφέρνει με απολαυστικό τρόπο να αποδώσει τα αισθήματα που γεννά στον αναγνώστη η ποίηση της Ντίκινσον, την οποία βιώνει κάποιος εν είδει ερωτικής κορύφωσης, αρκεί να καταφέρει πρώτα να επιμείνει υπομονετικά στα «προκαταρκτικά» της ανάγνωσης: στην οπτική απόλαυση του σώματος του ποιήματος, «ντυμένου» με την περίτεχνη και εξεζητημένη στίξη (τις περίφημες παύλες της, τα αρχιγράμματα κλπ), στους ήχους του (με τη βοήθεια του κοινού –στην κυριολεξία—μέτρου της, του common meter των παιδικών τραγουδιών και των προτεσταντικών ύμνων, που διαδοχικά καθησυχάζει και ερεθίζει τον αναγνώστη), στη σταδιακή οικειοποίηση της εξαιρετικά δυνατής εικονοποιίας του μέχρι το σοκ από την ανατρεπτική χρήση της γλώσσας. Σε λογοτεχνικό επίπεδο, ο Κόλλινς ανανεώνει τον τρόπο με τον οποίο οι ποιητές συνομιλούν με ποιητές, αλλά και περιγράφει γλαφυρά ποια είναι η πραγματική σχέση κάθε αναγνώστη με το (αντι)κείμενο του πόθου του, αφού ( για να παραφράσουμε ή μάλλον να αντιστρέψουμε τον Χάρη Βλαβιανό στο «Minima Poetica», Ποιον αφορά η ποίηση; ) η ανταλλαγή λεξιλογίου είναι έρωτας.

*Οι τρεις τελευταίοι στίχοι του ποιήματος του Κόλλινς παραφράζουν τρία γνωστά και σημαντικά ποιήματα της Έμιλυ Ντίκινσον, τα: 254 (Hope is the thing with feathers—), 764 (My Life had stood—a Loaded Gun–) και 280 (I felt a Funeral in my Brain). Σε όλο το ποίημα, εξάλλου, υπάρχουν διάσπαρτες νύξεις σε άλλα ποιήματά της (η εικόνα της μύγας στο τζάμι και της καρότσας-νεκροφόρας (;) που περνά έξω από το σπίτι), καθώς και στην εικονοποιία της και στην ιδιότυπη χρήση της στίξης.

**Για τη μετάφραση του ποιήματος χρησιμοποιήθηκε η συλλογή Sailing Alone Around the Room, Random House Paperback Editions (New York, 2002). Για τα στοιχεία σχετικά με τη λογοτεχνική παραγωγή της Ντίκινσον χρησιμοποιήθηκαν οι εισαγωγικές σημειώσεις του μεταφραστή Κώστα Ιωάννου στην έκδοση Emily Dickinson, Η ποιήτρια των επομένων εποχών, Εκδόσεις Γαβριηλίδης (Αθήνα, 1996), ενώ κάποια στοιχεία σχετικά με τις νεότερες εικασίες για τη ζωή της και τα αποσπάσματα της συνέντευξης του Μπίλλυ Κόλλινς πάρθηκαν από την εκπομπή Fresh Air της Terry Gross στο NPR, με τίτλο «Α poet’s affection to Emily Dickinson» (6 Ιουλίου 2010).

© CHRISSA FRAGIADAKI , D for Dashesmoonlighting in Amherstland, [2014]