Tags

Η ελαφοπαγίδα

Υπήρχε μια σπηλιά που πήγαινα, πλάι στις όχθες του βάλτου Μπάρνεϋ Χόρικ, ένα μικρό υγρό άντρο κάτω από ένα πλέγμα κλαδιών. Βρισκόταν κοντά σ’ ένα εσωτερικό ρεύμα, τον επίμονο ποταμό Γκάρβεϊ, που κροτάλιζε πάνω στα χαλίκια του. Κατέβαινα αργά και βολευόμουν σ’ αυτόν τον μυστικό χώρο, καθισμένος ώρες στο μισοσκόταδο, με σορτσάκι και ξυπόλυτα λασπωμένα πόδια. Κουλουριασμένος, με τις γάμπες μαζεμένες, τα μπράτσα διπλωμένα σαν πτερύγια πάνω στα λιγνά πλευρά μου, χωρίς άλλον ήχο εκτός από την ανάσα μου∙ χωρίς να βλέπω τίποτα εκτός από ανταύγειες ουρανού μέσα απ’ τα μπλεγμένα κλαδιά και τις ασημένιες μουτζούρες των σαλιγκαριών στα τοιχώματα από τύρφη.

Τι περίμενα; Την έκπληξη ενός κεφαλιού που θα κρυφοκοίταζε, ενός κεφαλιού κερασφόρου, το ζούληγμα από ένα πλάσμα που έρχεται ξαφνικά να με συντροφέψει καθώς καταρρέει, ριγώντας, στα γόνατά του; Είχαμε πέσει πάνω του όταν σκάβαμε την τύρφη, κι είχαμε αισθανθεί πως ήταν αλλιώτικο, κάτι που σχετιζόταν με μακρινές εποχές. Άνθρωποι του Υπουργείου είχαν κατέβει στα μέρη μας με τ’ αυτοκίνητά τους, κουβαλώντας όργανα και χάρτες, κι είχαν ανακοινώσει πως ήταν μια ελαφοπαγίδα, ένας λάκκος για τα ελάφια∙ ίσως από τις μέρες που οι Φιάννα* κυνηγούσαν τα θήραμά τους διασχίζοντας τα μεγάλα δάση;

Ακούω τα ψυχρά μεταλλικά κόρνα, ακούω το βραχνό αλύχτημα των κυνηγόσκυλων, τους ιππείς που τα καλούν. Γιατί εγώ είμαι η ελαφίνα κουλουριασμένη στο σκοτάδι, με τραχιά ανάσα, ελπίζοντας ότι δεν θα με βρουν ποτέ, ελπίζοντας να βρεθώ. Μια ψιλή βροχή αρχίζει ν’ αργοκυλά στην πλάτη μου…

JOHN MONTAGUE (1929-2016)
απόδοση: Χρύσα Φραγκιαδάκη

(Σ.τ.μ.):  Fianna: μικρές στρατιωτικές ομάδες Ιρλανδών, γνωστές από τη μεσαιωνική ιρλανδική μυθολογία.

το πρωτότυπο στα σχόλια

© CHRISSA FRAGIADAKI , D for Dashes—moonlighting in Amherstland, [2014]

 

Advertisements