Tags

Τελευταίο καταφύγιο, Νορμανδία*

«Ήταν κάποτε μια γριά
που ζούσε μέσα σ’ ένα αμπρί»·
τόσο ατημέλητη
που δεν ήξερε τι να κάνει:

καθώς αναστάτωνε τη θερινή αποικία,
το Μον Ρεπό, το Σαν Σουσί.
Ίδιο στοιχειό, μουρμούρα, βρομιάρα,
μια αλυσίδα στην πόρτα της
να αποτρέπει τους παρείσακτους,
ένα ψωραλέο λυκόσκυλο
να γρυλλίζει στους παραθεριστές,

στον στόλο των νέων εισβολέων
που, παραταγμένοι στην ακτή,
πασαλείβουν τα νωθρά τους
άκρα με διάφορες κρέμες.

Νεράιδες του καλοκαιριού
χτενίζουν βόστρυχους
πάνω σε γυμνά στήθη
όσην ώρα τα τέκνα τους
πλατσουρίζουν στα ρηχά,
γεμίζουν με κάστρα την άμμο,

κι εκείνη απλώνει
χαλαρά την μπουγάδα
πάνω στους θάμνους,
ξεφτισμένα εσώρουχα,
ένα τζιν πουκάμισο,

ενώ ο μεθυσμένος αγαπητικός της
ξεμυτίζει μισοκλείνοντας τα μάτια
και κατουρά μανιασμένα
κόντρα στον χαρμόσυνο αέρα.

JOHN MONTAGUE (1929-2016)
απόδοση: Χρύσα Φραγκιαδάκη

Ο ποιητής παίζει με τις σημασίες της λέξης resort (καταφύγιο, θέρετρο, και στην έκφραση «last resort» έσχατη λύση, τελευταία ελπίδα). 

το πρωτότυπο στα σχόλια

© CHRISSA FRAGIADAKI , D for Dashes—moonlighting in Amherstland, [2014]

Advertisements